Απόγευμα, και το φως στο εργαστήρι αλλάζει. Δεν είναι πια το κίτρινο του μεσημεριού, δεν είναι ακόμα το πορτοκαλί του σούρουπου. Είναι κάτι ενδιάμεσο, χωρίς όνομα — μια ώρα που μοιάζει να αιωρείται, σαν να μην ανήκει σε κανέναν χρόνο. Το έργο, μέσα σε αυτή τη μεταβατική λάμψη, ανοίγει τους δικούς του δρόμους και ταπεινά τους ακολουθώ.
Υπάρχουν εκείνα τα μέρη που τεμαχίζονται και ζητούν να δραπετεύσουν∙ θραύσματα που δεν αντέχουν πια τη συνοχή τους και αναζητούν μια άλλη μορφή, μια άλλη αναπνοή. Κι εκεί, στο κέντρο της σύνθεσης, ένα ρολόι διεκδικεί θέση στην καρδιά του αλογάνθρωπου που αποσυντίθεται. Ο χρόνος — αυτή η σύμβαση μεταξύ μας, αυτό το κατά συνθήκη ψεύδος — άλλοτε γίνεται ρολόι και άλλοτε πληγή. Άλλοτε μετράει, άλλοτε ματώνει.

Στην Καρδιά του Χρόνου
Τα ωρολόγια και οι μηχανισμοί τους δεν περιγράφουν τον χρόνο∙ δεν τον συμβολοποιούν. Μάλλον τον ξορκίζουν. Ξορκίζουν τα παρελθόντα που βαραίνουν, τα μελλούμενα που απειλούν, τις στιγμές που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Ένα ρολόι χωρίς δείχτες, άχρονο, με μόνο τα σωθικά του σε κοινή θέα — σαν να εκθέτει την αλήθεια του χωρίς να υπόσχεται τίποτα. Δεν μετράει ώρες. Μετράει την αναμονή. Μετράει τις ατελείωτες αναμονές που συσσωρεύονται σαν σκιές γύρω από το σώμα.
Μετράει τις ψυχές που δεν άντεξαν και κείνες που έμειναν σιωπηλές. Μετράει τις στιγμές που διαλύθηκαν πριν γίνουν μνήμη. Μετράει το βάρος της ύπαρξης όταν η μορφή αρχίζει να θρυμματίζεται. Και μέσα σε αυτή τη διάλυση, το έργο μοιάζει να ψιθυρίζει πως ο χρόνος δεν είναι αυτό που περνά — είναι αυτό που μένει.
